grec » allemand

συνυπόστρωμα [siniˈpɔstrɔma] SUBST nt CHIM

συνύπαρξ|η <-εις> [siˈniparksi] SUBST f

συνυπ|άρχω <-ήρξα> [siniˈparxɔ] VERB intr

ανυπαίτι|ος <-α, -ο> [aniˈpɛtiɔs] ADJ

συνυφ|αίνω <-ανα, -άνθηκα, -ασμένος> [siniˈfɛnɔ] VERB trans

2. συνυφαίνω fig (μηχανορραφώ):

συνεπ|αίρνω <-ήρα, -αρμένος> [sinɛˈpɛrnɔ] VERB trans

ανυπαρξία [aniparˈksia] SUBST f

1. ανυπαρξία (ιδιότητα του ανύπαρκτου):

2. ανυπαρξία (έλλειψη):

Voulez-vous ajouter des mots, des phrases ou des traductions ?

Proposez de créer une nouvelle entrée pour un mot.

Page en Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский