grec » allemand

τιμ [tim] SUBST nt inv

I . τις [tis] ART

II . τις [tis] PRON

Voir aussi : ο , Ο

ο [ɔ] ART

ο
der

I . τρία [ˈtria] NUM inv

II . τρία [ˈtria]

τρία s. τρεις

Voir aussi : τρεις

τιμή [tiˈmi] SUBST f

2. τιμή (αξία πράγματος):

Preis m
erwartete Preise m plur
stabile Preise m plur

I . τιμ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [tiˈmɔ] VERB trans

1. τιμώ (σέβομαι, απονέμω τιμή):

2. τιμώ (εκτιμώ):

II . τιμώμαι VERB pron

1. τιμώμαι (με τιμούν):

2. τιμώμαι (στοιχίζω):

ιτιά [iˈtça] SUBST f

τάλα [ˈtala] SUBST f (νόμισμα)

τάπα [ˈtapa] SUBST f

τάκα [ˈtaka] SUBST f (νόμισμα)

τάμα [ˈtama] SUBST nt

1. τάμα RÉLIG (υπόσχεση):

2. τάμα RÉLIG (χάρισμα):

τάρα [ˈtara] SUBST f

άρια [ˈaria] SUBST f

Voulez-vous ajouter des mots, des phrases ou des traductions ?

Proposez de créer une nouvelle entrée pour un mot.

Page en Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский